Ειδήσεις

Το αποτύπωμα της ενεργειακής πολιτικής στο περιβάλλον – Των Κώστα Γκούμα και Τάσου Μπαρμπούτη


Α. Εισαγωγή Κάθε χρόνο αισθανόμαστε την ανάγκη να «αξιοποιήσουμε» την Παγκόσμια Ημέρα που είναι αφιερωμένη στο ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ (5η Ιουνίου). Όμως, λαμβάνοντας υπόψη την στασιμότητα που επικρατεί στη χώρα μας όσον αφορά στην πρόοδο των οικολογικών ζητημάτων, μάλλον θα πρέπει να αποφύγουμε τον «εορτασμό» της ημέρας αυτής και να περιοριστούμε στον εντοπισμό και ανάδειξη των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε.

Σε παλαιότερα δημοσιεύματα, αλλά και στο αφιέρωμα του ιστοτόπου μας το 2019, αναφερθήκαμε εκτεταμένα σε όλα τα οικολογικά προβλήματα της Θεσσαλίας που συνδέονται με τον τομέα των υδάτων, ο οποίος άλλωστε «σφραγίζει» αποφασιστικά την θεσσαλική πραγματικότητα.

Σήμερα, θα παραθέσουμε ζητήματα που αφορούν στον ενεργειακό τομέα, με μεγαλύτερη επικέντρωση στο σχετικά πρόσφατο φαινόμενο μαζικής ανάπτυξης Αιολικών Πάρκων (ΑΠ) στην περιοχή μας (και όχι μόνο), που αποτελεί συνέπεια της εφαρμογής του ενεργειακού προγράμματος της χώρας (ΕΣΕΚ) έως το 2030, το οποίο, με σχεδόν πανομοιότυπες πολιτικές, εκπόνησαν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (2017) και η κυβέρνηση ΝΔ (2019).

Κριτήριο της αξιολόγησής μας θα αποτελέσει η βελτίωση της οικολογικής κατάστασης στη χώρα (και ειδικά στη Θεσσαλία) από την υλοποίηση του ΕΣΕΚ, η σύγκριση από την ανάπτυξη άλλων μορφών ΑΠΕ (συμπεριλαμβανόμενης της υδροηλεκτρικής ενέργειας), το θέμα της ενεργειακής εξάρτησης της χώρας γενικά, το ενεργειακό κόστος κ.α.

 

Β. Οι ανεμογεννήτριες στη ζωή μας

Πολύ συχνά προβάλλονται στα ΜΜΕ ειδήσεις και σχόλια, συνήθως αρνητικά, για την δημιουργία ΑΠ σε πολλά και  διάφορα σημεία της Ελλάδας. Εκτιμούμε ότι λίγες είναι οι ψύχραιμες και τεκμηριωμένες προσεγγίσεις εκείνων που αντιδρούν, ενώ αρκετές φορές συναντούμε την άκριτη υποστήριξη για επέκταση των ΑΠ, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ποικίλες επιπτώσεις από την εγκατάστασή τους.

Χωρίς διάθεση για χρήση υπερβολών που παρατηρούνται «ένθεν και ένθεν», ας δούμε αρχικά κάποια γενικά στοιχεία.

Ο στόχος που τίθεται από το ΕΣΕΚ της σημερινής κυβέρνησης, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, είναι η υλοποίηση (έως το 2030) μονάδων συνολικής ισχύος 7,05 GW, ενώ σήμερα λειτουργούν αιολικές μονάδες συνολικής ισχύος  3,51 GW (δες εδώ {1} το δημοσίευμα της Καθημερινής, 22/3/2020).

Ουσιαστικά ο ενεργειακός σχεδιασμός των κυβερνήσεων του κ. Τσίπρα και του κ. Μητσοτάκη, έδωσε άφθονο «χώρο» για ΑΠ και οικονομικά οφέλη στους επενδυτές. Το εκπληκτικό στοιχείο όμως είναι ότι βρίσκονται υπό αξιολόγηση (για αδειοδότηση) αιτήσεις για πάνω από 5,5 χιλιάδες ανεμογεννήτριες, συνολικής (πρόσθετης) ισχύος 15,26 GW (!!).

Πρακτικά, ειδικά μετά την εξαγγελία των δύο κυβερνήσεων για απολιγνιτοποίηση, πλήθος ενδιαφερομένων επενδυτών θεώρησαν την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στην Ελλάδα ως ένα νέο Ελντοράντο.

Και όλα αυτά στο όνομα της απολιγνιτοποίησης, που αντικειμενικά ανοίγει μια μεγάλη πόρτα για να προωθούν τα προϊόντα τους (Η/Μ εξοπλισμός κ.λ.π.) μεγάλες εταιρείες άλλων χωρών (π.χ. Γερμανία) σε μια χώρα με τεράστια οικονομικά ελλείμματα και παρότι διαθέτει τεράστια αποθέματα ενεργειακών πόρων κάθε είδους (όχι μόνο ΑΠΕ). Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν πράγματι τα ΑΠ και η διαφημισμένη αιολική ενέργεια μπορεί να έχει για τη χώρα μας θετικά οφέλη.

Ας δούμε πως απαντά σε αυτό ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου κ. Γ. Σπιλάνης:

 «…Κατ’ αρχάς, εξαρτάται από ποια μεριά το εξετάζει κανείς. Αν εξετάζει μόνο το αποτύπωμά τους του άνθρακα στην παραγωγή ή αν εξετάζει το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας, από τότε δηλαδή που φτιάχνεται ένα μηχάνημα μέχρι την ώρα που «πεθαίνει» αυτό το μηχάνημα.

Γιατί είτε μιλάμε για ανεμογεννήτριες είτε για φωτοβολταϊκά είτε για οτιδήποτε εμπίπτει στις ΑΠΕ, προφανώς όλα συμβάλλουν θετικά, γιατί την ώρα που αυτά τα συστήματα παράγουν, δεν καταναλώνουν τίποτα. Από την άλλη μεριά, κάθε δραστηριότητα του ανθρώπου έχει αποτύπωμα και ιδιαίτερα στο διοξείδιο του άνθρακα, διότι για να παραχθεί οτιδήποτε, χρησιμοποιείται ενέργεια. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις ανεμογεννήτριες και τον τόπο όπου παράγονται, υπάρχει κι ένα μεγάλο αποτύπωμα άνθρακα στη μεταφορά τους. Από τις χώρες δηλαδή όπου παράγονται μέχρι να φτάσουν στον τελικό τους προορισμό…»

Στο ίδιο δημοσίευμα ο κ. καθηγητής εντοπίζει και το αποτύπωμα των ΑΠ σε μια άλλη «πονεμένη ιστορία» για τη χώρα μας, όπως αυτή των χρήσεων και της κάλυψης της γης. Αναφέρει σχετικά :

«…Για να μπορέσει μια ανεμογεννήτρια να φτάσει στον τελικό της προορισμό και να στηθεί, χρειάζεται να διανοιχτούν δρόμοι και χρειάζεται να πακτωθεί στο σημείο εγκατάστασης, επομένως όσο πιο μεγάλο είναι το ανάγλυφο (όταν π.χ. είναι μια ορεινή περιοχή) τόσο πιο μεγάλο είναι το αποτύπωμα.

Όσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος της ανεμογεννήτριας τόσο μεγαλύτερο είναι και το πάκτωμα (βάσεις από τσιμέντο) που χρειάζεται για να στηθεί, αλλά και οι δρόμοι που θα πρέπει να φτιαχτούν για να μπορέσουν να περάσουν οι γερανοί και τα φορτηγά. Όσο και αν τις μοντάρουν στο σημείο εγκατάστασης, χρειάζεται όχημα μήκους εκατό μέτρων για τη μεταφορά τους. Επομένως το οδικό δίκτυο που πρέπει να δημιουργηθεί είναι αντίστοιχου μεγέθους ικανού να υποστηρίξει τις όλες διαδικασίες….»

Θεωρεί πάντως ότι σε περίπτωση τοποθέτησης ΑΠ σε πεδινές εκτάσεις οι συνθήκες είναι πιο ευνοϊκές δεδομένου ότι συνήθως εκεί υπάρχει ήδη οδικό δίκτυο και οι λοιπές απαιτούμενες υποδομές θα είναι μικρής έκτασης, χωρίς μεγάλη αναστάτωση. Δυστυχώς όμως το αιολικό δυναμικό στις πεδινές εκτάσεις είναι συνήθως χαμηλό και μη αξιοποιήσιμο.

Ένα ακόμα θέμα που συχνά προβάλλεται από εκείνους που αντιδρούν στα ΑΠ είναι η επικείμενη αλλαγή του τοπίου, ιδιαίτερα «…όταν μιλάμε για νησιωτικό χώρο ή ορεινές περιοχές οι οποίες έχουν κυρίως τουριστική δραστηριότητα, ..»  ή/και αποτελούν προστατευόμενες περιοχές.

Αναφερόμενος στην «βιώσιμη ανάπτυξη», ο κ. καθηγητής θεωρεί ότι : «…Υπάρχουν πάρα πολλά θέματα. Όταν μιλάμε για βιώσιμη ανάπτυξη δεν μιλάμε μονάχα για περιβάλλον, μιλάμε για ακόμη δύο τομείς : οικονομία και κοινωνία. Ένα τεράστιο θέμα που γεννάται λοιπόν είναι τίνος ιδιοκτησία είναι οι ανεμογεννήτριες. Αν είναι ιδιοκτησία των κατοίκων της περιοχής, τα οφέλη τα έχει η τοπική κοινωνία. Μπορεί να γίνουν ιδιωτικές εταιρείες, υπάρχουν όμως και συνεταιριστικές. Σε άλλες χώρες και ιδίως στις βόρειες, αλλά και στην Ιταλία, υπάρχουν ΚΟΙΝΣΕΠ (Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση). Όταν εμπλέκεται στην επένδυση η τοπική κοινωνία, αντισταθμίζονται και οι οικονομικές ζημίες που μπορεί να προκαλέσει η εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε άλλες δραστηριότητες. Γιατί ο μεγάλος κίνδυνος που δεν δημιουργεί οικονομικά βιώσιμη ανάπτυξη είναι ότι στην περίπτωση των ΒΑΠΕ άλλος θα πάρει τα οφέλη και άλλος θα πάρει τις ζημιές. Και η ύπαρξη αντισταθμιστικών ωφελειών δεν μπορεί να καλύψει την αδυναμία άσκησης οικονομικής δραστηριότητας λειτουργώντας ως επιδοματική πολιτική….»

Επίσης προτείνει ότι τα θέματα αυτά θα πρέπει να μπαίνουν σε μια ζυγαριά : «…αν βάλουμε σε πολύ μεγάλη στάθμιση – γιατί αυτό γίνεται συνήθως – μόνο το αποτύπωμα άνθρακα, προφανώς η επένδυση «βγαίνει» θετική πιο εύκολα. Αν όμως βάλουμε τη βιοποικιλότητα και όλα τα περιβαλλοντικά – κοινωνικά θέματα στο τραπέζι, δεν είναι σίγουρο ότι θα θεωρηθούν, ειδικά οι ανεμογεννήτριες, ως κάτι το απόλυτα θετικό…»

Αν θέλουμε να συνοψίσουμε, προκύπτει αβίαστα ότι η επιχειρηματολογία των κυβερνήσεων ότι η απολιγνιτοποίηση από μόνη της αποτελεί πρόοδο και συμβολή στους περιβαλλοντικούς στόχους της ΕΕ, δεν αποτελεί μια αποδεκτή πρόταση, ούτε υποκαθίσταται με μια «στροφή» της πολιτικής προς το φυσικό αέριο, τις ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά.

Γ. Το κόστος της ενέργειας σε ΕΕ και Ελλάδα

Ας δούμε και το σημαντικό ζήτημα του κόστους της ενέργειας με βάση επίσημα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα:

«…στη χονδρική αγορά ρεύματος είμαστε με διαφορά η πιο ακριβή. Σύμφωνα με έκθεση του ΙΕΝΕ (Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης) για την περίοδο 30/3 μέχρι 5/4/2020, οι τιμές χονδρικής για την ηλεκτρική ενέργεια διαμορφώθηκαν από περίπου 20 ευρώ/MWh για τις περισσότερες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, 26 ευρώ/MWh για τις πρώην ανατολικοευρωπαϊκές και σε 34 ευρώ/MWh για την Ελλάδα ! …».

Και σύμφωνα με τον απόλυτα τεκμηριωμένο ισχυρισμό του αρθρογράφου (σ.σ Στέφανος Μάνος) : «…οι ιδιώτες παραγωγοί ή και εισαγωγείς ηλεκτρικής ενέργειας ευημερούν…», ενώ οι εταιρείες και οι εργαζόμενοι  «..Είναι τα θύματα των ανεξέλεγκτων τιμών ηλεκτρικής ενέργειας…».

Και δεν τελειώνουν εδώ οι επισημάνσεις για την απαράδεκτα υψηλή τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας. Κάθε ημέρα γινόμαστε αποδέκτες διαμαρτυριών από τους αγρότες της Θεσσαλίας, οι οποίοι, ανάμεσα σε άλλους τομείς της οικονομίας αποτελούν και αυτοί θύματα ενός άνισου ανταγωνισμού με άλλους παραγωγούς στην Ελλάδα και (κυρίως) στο εξωτερικό !

Αλλά και οι βιομήχανοι διαμαρτύρονται αναλόγως. Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο του προέδρου της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας κ. Α. Κοντολέοντος όπου αναφέρει :  «…στην Ελλάδα παραμένουν άλυτα ακόμη πιο βασικά και θεμελιώδη προβλήματα, με πρώτο και κυρίαρχο το ενεργειακό : πολύ απλά, χωρίς ανταγωνιστική τιμή ενέργειας δεν μπορεί να υπάρξει βιομηχανία………………………………………………………..…η ελληνική αγορά το δεύτερο τρίμηνο του 2019, αφενός ήταν η ακριβότερη στην Ευρώπη, αφετέρου οι τιμές της έφθασαν να είναι 50% υψηλότερες από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών αγορών. Η αύξηση στην τιμή των δικαιωμάτων CO2 επηρεάζει περισσότερο και μόνιμα την ελληνική αγορά, ωστόσο δεν αποτελεί την κυριότερη αιτία για τη διαμόρφωση των υψηλότερων τιμών….»  θεωρώντας, δικαίως, ότι : «…Ουσιαστικά σήμερα η αγορά, όπως λειτουργεί, έχει χαρακτηριστικά ολιγοπωλίου….» 

Όλα αυτά δεν αμφισβητούνται. Λογικά λοιπόν αναρωτιέται κανείς εάν η εφαρμοζόμενη (ΕΣΕΚ) πολιτική τείνει ή όχι στην μείωση των εκπληκτικά υψηλών τιμών ενέργειας στη χώρα μας, καθώς και εάν και κατά πόσο «βοήθησε» την χώρα και την κοινωνία η πολυδιαφημισμένη «απελευθέρωση της ηλεκτρικής ενέργειας».

Δείτε πως απαντά στους πιο πάνω προβληματισμούς ο πρώην διοικητής της ΔΕΗ επί Κυβερνήσεως Κων/νου Καραμανλή (1979), πρώην πρόεδρος ΔΕΠΑ (2004) και πρώην πρόεδρος του συμβουλίου Εθνικής Ενεργειακής Στρατηγικής (2006) κ. Ραφαήλ Μωησής (ΡΜ) – [από το βιβλίο του Ραφαήλ Μωησή «Θα γίνει της ….Δεής» – έκδοση ΚΑΠΟΝ, 2019] :

«…Στην Ελλάδα διαπιστώνεται αύξηση και όχι μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας….. Πιστεύω δε ότι οι αυξήσεις στην αγορά ηλεκτρισμού στην δική μας περίπτωση δεν αποτελούν “ενδιάμεσο” φαινόμενο αλλά μόνιμο και καταστροφικό»

«…Οι κυβερνήσεις, όλες οι Ελληνικές κυβερνήσεις, και πάντα με την παρότρυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προχώρησαν σε συνεχή βελτίωση των συνθηκών για την είσοδο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην αγορά  ηλεκτρισμού. Σε ενίσχυση του σκοπού, ήρθε μια τεχνολογική εξέλιξη, η ανάπτυξη των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής συνδυασμένου κύκλου, που έκανε συμφέρουσα την εκμετάλλευση μονάδων με καύσιμο το φυσικό αέριο. Έτσι άρχισε η δημιουργία από ιδιώτες επενδυτές μονάδων αυτού του τύπου, όπως άρχισε και η εγκατάσταση μονάδων ΑΠΕ από ιδιώτες, επίσης με ισχυρά κυβερνητικά κίνητρα …»

Και πιο κάτω θέτει ένα «…εξαιρετικά σημαντικό ερώτημα : Το κατά πόσο η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού στην Ευρώπη, με τμήμα της στα χέρια μονοπωλίων και το υπόλοιπο ανοικτό στον ανταγωνισμό, έχει πετύχει τη μείωση του συνολικού κόστους για τον καταναλωτή και την αύξηση ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Τα στοιχεία της βιβλιογραφικής μελέτης δείχνουν ότι η απάντηση είναι μάλλον αρνητική….»

Σε ότι αφορά την «λογική» της ΕΕ στο θέμα της απελευθέρωσης της ενέργειας και (στα καθ’ ημάς) την ΔΕΗ ο ΡΜ ισχυρίζεται :

«…Εκφράζω λοιπόν και εγώ τη δική μου ανησυχία : Είναι φανερό ότι η Επιτροπή επιμένει να ενδιαφέρεται για το “μέσο“ , που είναι η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού, και παραμελεί τον “σκοπό”, που πρέπει να είναι το μειωμένο κόστος ηλεκτροπαραγωγής και η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας….».

Ο συγγραφέας μάλιστα θεωρεί ότι : «….Ένοχος είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που επιμένει να εφαρμόζει στην Ελλάδα πολιτικές που σωστά έχει εμπνευστεί, αλλά είναι κατάλληλες για χώρες του μεγέθους της Γερμανίας, με τις διακριτές διοικητικές της δομές, τη μεγάλη βιομηχανία και τις πανίσχυρες διεθνείς διασυνδέσεις της. Ομοίως ένοχες είναι και οι ελληνικές κυβερνήσεις, όλες όσες κυβέρνησαν την Ελλάδα από το 1999 μέχρι σήμερα, επειδή δεν κατάλαβαν και σε κάθε περίπτωση δεν ύψωσαν το ανάστημά τους για να πείσουν τους ευρωπαίους για τις ιδιαιτερότητές μας ….» και αναγνωρίζει ότι είναι : «εξωπραγματική η ελπίδα ότι θα έχει κάποτε η Ελλάδα αυτό που ως διοικητής στην ΔΕΗ άκουγα …..”Φθηνό ρεύμα στον Λαό “ ! …»

Τέλος εκτιμά ότι : « Στην Ελλάδα διαπιστώνεται αύξηση και όχι μείωση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας. Κάποιοι πελάτες που έφυγαν από την ΔΕΗ, απολαμβάνουν πράγματι μια μείωση στα τιμολόγιά τους, όμως το ζητούμενο δεν είναι να ευνοούνται λίγοι και προσεκτικά επιλεγμένοι μεγάλοι καταναλωτές, αλλά το κοινωνικό σύνολο. Πιστεύω δε ότι οι αυξήσεις στην αγορά ηλεκτρισμού στην δική μας περίπτωση δεν αποτελούν “ενδιάμεσο” φαινόμενο αλλά μόνιμο και καταστροφικό….». Τι να προσθέσει κανείς …

Δ. Η απολιγνιτοποίηση

Πρόκειται για πολιτική των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ, η οποία αμφισβητήθηκε έντονα από κόμματα (π.χ. ΚΙΝΑΛ, κ. Γεννηματά), οργανώσεις και ειδικούς στην ενεργειακή πολιτική.

Να τι ισχυρίζεται ο πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας κ. Α. Κοντολέων  (δημοσίευμα της Καθημερινής, 19/1/2020) :

«…Το επιχείρημα ότι το κλείσιμο των ακριβών, αλλά αποσβεσμένων λιγνιτικών μονάδων και η υποκατάσταση του λιγνίτη μεταβατικά από το εισαγόμενο φυσικό αέριο θα ρίξει τις τιμές της αγοράς, δεν ευσταθεί….»

Επίσης : «…δεν δικαιολογείται κατά την άποψή μας η εξαγγελθείσα απόσυρση όλων των υφιστάμενων λιγνιτικών μονάδων έως το 2023, η οποία μάλιστα προϋποθέτει χρονοβόρες επενδύσεις υψηλού κόστους για την κατασκευή τουλάχιστον 2 νέων μονάδων συνδυασμένου κύκλου φυσικού αερίου. Επιπλέον, οι νέες μονάδες συνδυασμένου κύκλου θα είναι οικονομικά βιώσιμες, εφόσον οι τιμές στην αγορά παραμείνουν υψηλές και μη ανταγωνιστικές» (!).

Και καταλήγει : «…Εν κατακλείδι, εάν για τη χώρα μας στόχος είναι η ανάταξη της παραγωγικής οικονομίας και η ενθάρρυνση νέων βιομηχανικών επενδύσεων, η διασφάλιση ανταγωνιστικού ενεργειακού κόστους για τη βιομηχανία θα πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα. Το ενεργειακό κόστος είναι μια παράμετρος που δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοείται κατά τον σχεδιασμό της ενεργειακής πολιτικής….»,  ενώ προβλέπει ότι : «….η χώρα θα παραμείνει βιομηχανικός ουραγός της Ευρώπης και θα χάσει για ακόμη μία φορά το τρένο της ανάπτυξης….»

Συνυπογράφουμε αβίαστα τα παραπάνω. Και συμπληρώνουμε ότι αυτές οι πολιτικές επιβαρύνουν υπέρμετρα την κοινωνία, τους (εργαζόμενους και μη) πολίτες, ειδικά στην τόσο δύσκολη περίοδο που διανύουμε, μπροστά μάλιστα στην επικείμενη μεγάλη οικονομική κρίση που έρχεται να προστεθεί στα όσα έζησε ο λαός μας με τα αλλεπάλληλα  μνημόνια. Φαίνεται πως στα επόμενα χρόνια, η ενεργειακή φτώχεια που βίωσε μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού (με τις ουρές έξω από τα γραφεία της ΔΕΗ για … διακανονισμούς σωτηρίας από πολλές οικογένειες), όχι μόνο δεν φαίνεται να εξαλείφεται, αλλά όπως πάμε θα γνωρίσει νέα «άνθηση».

Και σε όλα αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε και την συνεχώς αυξανόμενη ενεργειακή εξάρτηση της χώρας, που πλέον πλησιάζει το 80% (!!), την ίδια ώρα που το αντίστοιχο μέγεθος των άλλων χωρών της ΕΕ (μέσος όρος) κυμαίνεται στο 55% (!).

Δείτε στο σημείο αυτό ποια ήταν η πολιτική της χώρας μας παλαιότερα [από το βιβλίο του Ραφαήλ Μωησή «Θα γίνει της ….Δεής» – έκδοση ΚΑΠΟΝ, 2019] : «….Στην Ελλάδα, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δημιούργησε το Εθνικό Συμβούλιο Ενέργειας (ΕΣΕ) με πρόεδρο τον αείμνηστο καθηγητή του ΜΙΤ Ηλία Γυφτόπουλο και μένα ως εκτελεστικό γραμματέα. Το ΕΣΕ ανέδειξε ως κύριο στρατηγικό στόχο την “ελληνοποίηση”  των ενεργειακών πηγών, την ταχεία δηλαδή αξιοποίηση του λιγνίτη, την ευρύτερη χρησιμοποίηση υδροηλεκτρικών και την εκμετάλλευση του μικρού κοιτάσματος υδρογονανθράκων στον Πρίνο. Είχε ακόμη και τότε, με αξιοπρόσεκτη ωριμότητα, αναγνωρίσει την εξοικονόμηση ενέργειας ως την πιο πολύτιμη και ανεξάντλητη “εγχώρια” ενεργειακή πηγή ! ».

Όπως τελικά προκύπτει, η υποκατάσταση του λιγνίτη με το εισαγόμενο φυσικό αέριο (εξ’ ορισμού ακριβό για ηλεκτροπαραγωγή) και οι (ουσιαστικά εισαγόμενες λόγω εξοπλισμού) ανεμογεννήτριες, με την αύξηση των εμπορικών ελλειμμάτων που επιφέρουν, την διατήρηση της ανάγκης εισαγωγών ενέργειας και όλα όσα προαναφέραμε, δεν συνθέτουν μια ασφαλή και ελπιδοφόρα προοπτική ανάπτυξης για τη χώρα μας.

Ίσως απλά υπηρετούν (κυρίως λόγω φυσικού αερίου) μια ευρύτερη γεωπολιτική προσαρμογή της χώρας μας, και όπως φαίνεται όχι πάντα σύμφωνη με τα δικά της συμφέροντα.

Ε. Θεσσαλία και ενέργεια

Έχουμε επανειλημμένα υποστηρίξει την προαγωγή της υδροηλεκτρικής ενέργειας ως μια μορφή ΑΠΕ που ανταποκρίνεται θετικά σε όλα τα κριτήρια που επεξεργαστήκαμε προηγούμενα (κόστος, εξάρτηση, προσβολή του τοπίου, κ.α). Πολλές οι αναφορές του ιστοτόπου μας στο συγκεκριμένο θέμα (δείτε εδώ τους παρακάτω συνδέσμους με  σχετικές αναρτήσεις).

Ας κλείσουμε το φετινό μας αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος 2020, με ένα απόσπασμα του περσινού εορτασμού της ίδιας ημέρας :

«..Για την Θεσσαλία, εκτός από τον πρωτογενή τομέα, βασικός τομέας με προοπτικές ανάπτυξης, που και αυτός συνδέεται άρρηκτα με τους υδατικούς πόρους, είναι η παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας (ΥΗΕ).

Τα περιβαλλοντικά οφέλη ενός Υδροηλεκτρικού Σταθμού είναι ποικίλα. Ακόμα και το μειονέκτημα των περιβαλλοντικών επιπτώσεων που δημιουργούνται προσωρινά εξ αιτίας των μεγάλης κλίμακας των αναγκαίων τεχνικών έργων, με μια καλοσχεδιασμένη μελέτη μπορεί και αυτό να μετατραπεί σε πλεονέκτημα.

Ας σημειωθεί ότι η ΥΗΕ χαρακτηρίζεται από όλα τα βασικά πλεονεκτήματα των ΑΠΕ (μείωση – εξάλειψη εκπομπών CO2 στην ατμόσφαιρα, υποκατάσταση άλλων ρυπογόνων ή/και επικίνδυνων μορφών ενέργειας όπως ο λιγνίτης και η πυρηνική, η χρήση πετρελαίου κ.λ.π.). Επίσης η ΥΗΕ παρέχει την δυνατότητα αξιοποίησης σε οποιαδήποτε στιγμή κριθεί αναγκαία στο σύστημα (κάτι που δεν μπορεί να γίνει με ήλιο, αέρα) και το κυριότερο, προσφέρεται σε χαμηλές τιμές, περιορίζοντας τις πολύ υψηλές τιμές που σήμερα επιβαρύνουν την βιομηχανία, τους οικιακούς καταναλωτές κ.λ.π.

Βασικά έργα συνεισφοράς στον ενεργειακό τομέα αποτελούν για την Θεσσαλία τα έργα Άνω Αχελώου, δηλαδή το ΥΗΕ Μεσοχώρας και το πολλαπλού σκοπού ΥΗΕ Συκιάς.

Τελικά, η μεταφορά των υδάτων του Αχελώου προς τη λεκάνη Πηνειού, κάτι που χρονικά θα αποτελέσει την δεύτερη στη σειρά «συνεργασία» ανάμεσα στις δύο αυτές υδρολογικές λεκάνες, θα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την ολοκλήρωση του φράγματος και του ταμιευτήρα Συκιάς, που θα αξιοποιηθεί και αυτός ως ένα έργο «πολλαπλού» σκοπού, όπως εκείνο του Ν. Πλαστήρα πριν 70 χρόνια….» 

Να λοιπόν που ο συνδυασμός παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας στα ορεινά της δυτικής Θεσσαλίας υπηρετεί, εκτός του προφανούς, και πολλαπλούς άλλους στόχους ανάπτυξης, ή καλλίτερα επιβίωσης της Θεσσαλίας.

Δυστυχώς οι χειρισμοί των κυβερνήσεων κατά το παρελθόν αλλά και σήμερα δημιουργούν αβεβαιότητες και ανησυχία στο θεσσαλικό λαό.

Η απουσία ουσιαστικού αντιπολιτευτικού λόγου και η υποτονική παρέμβαση, που αγγίζει τα όρια της ανοχής, από την πλευρά των τοπικών αρχών και εκπροσώπων, δυσκολεύει πιο πολύ την κατάσταση.

Για όλα αυτά όμως θα επανέλθουμε !

 

Προηγούμενο άρθρο Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης Υποψηφίων Πανελλαδικών Εξετάσεων
Επόμενο άρθρο Ανανέωση των Πιστοποιητικών Γνώσεων Ορθολογικής Χρήσης Γεωργικών Φαρμάκων